Coldplay - Everyday Life

Κάνουν μια σοβαρή προσπάθεια να παρουσιάσουν κάτι πιο ουσιαστικό και κατορθώνουν πράγματι να ανορθώσουν τη βαλτωμένη τους εικόνα, παρότι οι στίχοι του Chris Martin καταγράφονται αδύναμοι απέναντι στα βαθυστόχαστα πολιτικοκοινωνικά που επιδιώκουν να θίξουν...

Label
Parlophone
Κυκλοφορία
11/2019
Βαθμολογία
6
Μιχάλης Τσαντίλας
Μιχάλης Τσαντίλας
«Too many jokes!» αναφωνεί ο Τσάντλερ, σε ένα από τα επεισόδια του πρώτου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς Τα Φιλαράκια. Είναι η στιγμή που αντικρίζει τον Τζόι ντυμένο με μια αστεία χριστουγεννιάτικη στολή και νιώθει το κεφάλι του να εκρήγνυται από τον συνωστισμό πειραγμάτων που θέλει να του απευθύνει.

Κάπως έτσι νιώθει ενδεχομένως και ο μέσος δισκοκριτικός, κάθε που καλείται να γράψει για έναν ακόμα δίσκο των Coldplay. Εδώ, βέβαια, δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια φαιδρή εικόνα, αλλά με ολόκληρη μηχανή παραγωγής επιτυχιών (έστω κι αν όχι πάντα καλλιτεχνικών) και κουτσομπολιών. Με μια επιχείρηση που απέδωσε τα μέγιστα στους εμπνευστές της, αλλά και που συγκέντρωσε πάνω της τη χλεύη των απανταχού cooler-than-thou επηρεαστών της κοινής γνώμης.

Κι όμως. Τότε που έσκαγαν μύτη τούτοι οι ξενέρωτοι τύποι από το Λονδίνο, δύσκολα θα φανταζόταν κανείς πού θα τους έβρισκε 20 χρόνια μετά. Αν και για κάποιους οι Coldplay ήταν εξαρχής προφανέστατα προικισμένοι: «και οι Travis θα μπορούσαν να είναι τόσο καλοί, αν είχαν μια τέτοια φωνή», μου εξηγούσε κάποτε ο αδερφός μου, σε αυτοκινητάδα μας στην Αθήνα, με το A Rush Of Blood To The Head (2002) να σκάει από τα ηχεία. Και ναι, το έδειξε η Ιστορία: ό,τι καλό κι ό,τι κακό υπάρχει για να προσάψεις στους Coldplay, πιθανότατα με την περσόνα του Chris Martin θα έχει να κάνει.

Αλλά όσο βαριέται το κυρελέησον ο παπάς, άλλο τόσο απεχθάνεται και τα γαμωσταυρίδια. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Martin και η κομπανία –ο κιθαρίστας Jonny Buckland, ο μπασίστας Guy Berryman και ο ντράμερ Will Champion– αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να αφήσουν στην άκρη τα αλαμπουρνέζικα του Mylo Xyloto (2011), τις αιθεροβασίες του Ghost Stories (2014) και τις χαριτωμενιές του A Head Full Of Dreams (2015) και να καταπιαστούν λίγο με την αληθινή ζωή και τα πολυδιάστατα προβλήματά της. Κι έτσι εγένετο Everyday Life. Ένα άλμπουμ που, ήδη από το γκρίζων αποχρώσεων εξώφυλλό του, δηλώνει με παρρησία ότι εδώ τα πράγματα έχουν σοβαρέψει.

Και είναι όντως σοβαρή η προσπάθεια των Coldplay να παρουσιάσουν κάτι πιο ουσιαστικό και πιο βαθύ, τούτη τη φορά. Στα 57 λεπτά διάρκειας του Everyday Life, στριμώχνουν όσες περισσότερες εναλλαγές διαθέσεων και χρωμάτων μπορούν, στοιβάζουν μέγα πλήθος αναφορών και καταθέτουν στρατιές προβληματισμών. Από gospel και doo-wop εξορμήσεις, μέχρι τζαζεμένες αναπτύξεις, λογιοφανείς χειρονομίες και έθνικ επικολλήσεις, ο μπαξές έχει απ’ όλα. Παραμένοντας πάντα ποπ, η μπάντα ανορθώνει αισθητά την καλλιτεχνική της εικόνα, που εν πολλοίς είχε μείνει βαλτωμένη για παραπάνω από δεκαετία. Και με τραγούδια όπως τα “Arabesque”, “Orphans” και “Trouble In Town”, παρουσιάζεται ιδιαίτερα αναζωογονημένη και σίγουρη.

Όμως έρχονται σαφώς αντιμέτωποι και με τα όριά τους εδώ οι 4 μουσικοί. Κατ’ αρχάς, καλά κι άγια τα βαθυστόχαστα πολιτικοκοινωνικά concept, όμως ο Chris Martin δεν είναι Roger Waters… Κι έτσι οι στίχοι του προκύπτουν, ως συνήθως, αδύναμοι: είτε καταπιάνονται με το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, είτε με τους κινδύνους της οπλοκατοχής, είτε με τον πόλεμο στη Συρία (και ό,τι άλλο), αρκούνται στις γενικόλογες περιγραφές και στα «νιωσίματα» που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του. Έπειτα, κάποιες επιλογές απομένουν ανεξήγητες: τι ακριβώς εξυπηρετεί, ας πούμε, η ύπαρξη του demo ενός μισοτελειωμένου τραγουδιού; Κι αλήθεια, πού ακούστηκε διπλός δίσκος με διάρκεια κάτω της 1 ώρας, και μάλιστα στην εποχή του Spotify;

Μ’ όλα ταύτα, είναι ένας καλός Coldplay δίσκος ετούτος, έτσι όπως ήταν πάντα οι καλοί Coldplay δίσκοι: κολλητικές μελωδίες, ευκολοτραγούδιστοι στίχοι, λελογισμένα ενορχηστρωτικά ευρήματα και τσαγανό στο σερβίρισμα, αποτελούν τις εγγυήσεις του. Θα συνεχίσει βέβαια η παρέα του Chris Martin να αποτελεί εύκολο στόχο, εισπράττοντας χλευασμό για τις εξωμουσικές της επιλογές και για το γεγονός ότι αδυνατεί να παρουσιαστεί «σκοτεινή» και διανοούμενη. Δεν θα πάψει όμως να αποτελεί και μία από τις λίγες πια επιλογές για εκείνους που εξακολουθούν να προτιμούν την ποπ τους πιάνο/κιθαριστική, τραγουδισμένη με ψυχή, αντηχούσα στους τοίχους και στα στοιβαγμένα κορμιά των μεγάλων σταδίων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ένα πολύ μελετημένο έργο, μεταξύ πειραματικών αυτοσχεδιασμών και ηλεκτρονικής σύνθεσης, το οποίο
Προσφέρουν στιγμές αδιαπραγμάτευτης μουσικότητας, αλλά σε αυτήν τη νέα τους μεταμόρφωση η ...
Αν και λείπει η διάθεση για πειραματισμό, είναι ένα άλμπουμ με καλή ομαδική δουλειά, το οποίο ...

FEATURED TODAY

Η στήλη εγκαινιάζει σήμερα τη νέα ενότητα Monthly Review: στο τέλος κάθε μήνα, θα παρουσιάζει συνοπτικά και θα βαθμολογεί τους 5 δίσκους που ξεχώρισε για τον
Ένα ασφυκτικά γεμάτο Fuzz υποδέχθηκε τους «αιώνιους πλανόδιους» του Martyn Jacques, οι οποίοι γιόρτασαν 30 χρόνια δισκογραφίας ξαναβουτώντας στη «βρώμικη» ...
Δεν βγήκε sold-out η κεντρική αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής και μάλλον έλειψε το «μεγαλειώδες» που αρκετοί περίμεναν από τη βραδιά. Όχι βέβαια ότι δεν το έκανε

HOT STORIES

Διαβάστε για τις ...εξηγήσεις που κλήθηκε να δώσει ο Lewis Capaldi, για τη θέση στην οποία καθόταν!
Top
0
Shares
0
Shares
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…